Ποιήματα 1934-1953



ΤΕΧΝΟΣΦΑΙΡΑ

Σφήνα η ψυχή μας στο μπετόν μέσα στη σκουριά και βρώμα τα μάτια χύνουν δάκρυα πετρέλαιου κι η καρδιά μας μπενζινοθήκη των μοτέρ στάζει γοργά το πιόμα της αγωνίας, του σπαραγμού στα ωχρά αισθήματά μας.

Σάπια στους δρόμους ερπετά λιωμένα στην τοξίνη της μόνωσης, της κούρασης χωρίς σταθμούς και τέρμα σκορπά σαν ούρα στις γωνιές της ανθρωπιάς το σπέρμα και βιαστικοί κυλιόμαστε, αυτόματοι, αρλεκίνοι.

Πάμε σκυφτοί προς τους σωρούς πρωτόγονων σταθμών τυχαίων κι ανώνυμων, κρυφτοί, μονήρεις τρωγλοδύτες φεύγουν τα τραίνα αγύριστα στον ίλιγγο αριθμών και νέους, δειλούς αιχμάλωτους μας πιάνουν οι μπαντίτες.

Οικοδομές γκρεμίζονται και σπουν την αγωνία μέσ΄ στη στερνή κατάρρευση οργή μεσουρανεί λίγες δεκάρες στη μικρή τσέπη μας κι η μανία μας ξεστηθώνει και ρουφά τη σάρκα τη φτηνή.

Η λαστιχένια μας καρδιά, καουτσούκ από φυτείες που μέρα νύχτα ιδροκοπούν σκέλεθρα ωραία οι κουλοί πνευμόνια ωχρά, βαμβακερά, μπρουζένιες αρτηρίες στου Λάνκασάϊρ τα αργαλιά και στη Σαγκάη οι δούλοι.

Τρέχει το αίμα, ο ίδρωτας: πετρέλαιο στις τουρμπίνες και τη χρυσή ποτίζουμε της Standard Oil καρδιά παίρνουν τα όπλα από τους ρομπότ και δίνουν τις αξίνες τα άχυρα να ανεμίζουνε τ΄ αντρείκελα, με βια.

Δεν μένουν δάκρυα πια καυτά μα εξάτμιση μπενζίνας ρόδες, μοτέρ γυρνούν γοργά στης τροχιάς τη γύρα αυτόματα εφευρέσεων κι εφαρμογών πλημμύρα όμως καμμιά αναχαίτιση στων πλαστουργών τη μοίρα. Πέτρινος κόσμος και πικρός, στιγμές θλιμμένες κρύες και βιαστικές σαν το μοτέρ του Ford και Citroen το ταξιμέτρ χτυπά πνιχτά και μόνο οι ώρες κλαιν για τη ληστεία της ζωής, για μύθους και ιστορίες.

Φελλός των ανακλάσεων ο νους σ΄ αιχμαλωσία μεθά σ΄ ενός ακάθαρτου πετρελαίου ντεπό και στον αφρό σαπίζουνε: «λογίζομαι, αγαπώ» λέξεις φτηνές στη βάρβαρη του Τώρα εξουσία.

(Απ΄ την «Εποποιία των αγενών μετάλλων», 1934)


ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΟΜΟΣΠΟΝΔΟ ΘΑΝΑΤΟ

Μια εποχή πως πέρασε οι γενιές πως πέρασαν Καταχτώντας δίχως οίχτο και χαρά. Καταχτώντας για την Ήττα τη μεγάλη.

Δεν υπάρχει ελπίδα δειλία καταντά η αισιοδοξία δειλία τα άτομα, τα πλήθη οι αρχηγοί — αγενείς στον εαυτό μας και στη μάζα εθελόδουλοι.

Ας κρατήσουμε το πόστο το στερνό σαν από πριν τουφεκισμένοι στρατιώτες, καλλίτερα ζωή στιγμής παρά μακρόβιοι άφωνοι γελοίοι ξοφλημένοι.

Οι γυμνές μας χρονιές μας ξεσπίτωσαν και τ΄ άχρηστο τομάρι μας ξερνάει το θάνατό του. Εμείς οι δικαιούχοι πως αφήσαμε τον διωγμό αυτό; Θα εγκαταλείψουμε λοιπόν την προσφιλή κι ανθισμένη μας γη φαλακρή, γυμνή από ένα ρυθμικό σκοπό κι από μια δίκαια πράξη;

Κληρονομιά των καιρών κι ερείπια του τώρα κυττάχτε ψηλά την τραγική ελευθερία του νεολιθικού ανθρώπου ανάμεσα στη σύγκρουση των οπλισμένων κόσμων. Άλλοι στα περιθώρια της γιγάντιας εποχής αμύνονται σαδιστικά στο ψυχορράγημά τους. Εμείς όμως, εμείς; Ούτε λεπτό πια καθυστέρηση και βρώμιο δισταγμό: Οι χώρες μας φωνάζουνε με διάπλατα σινιάλα και οι ωκεανοί τα πλάτη τους προσφέρουν στα όνειρά μας.

Ίσως αργά, θάναι τα απίθανα κι άθλια σημάδια κοντά μας η Γη θα βρωμά ψωριασμένη, τυφλή. Οι μητροπόλεις του πνεύματος: πολτοί σάπιων σαρκών τα χώματα άνυδρα, φτωχά και μολυσμένα κι ούτε φωλιά πτηνού ή λαφιού στα πατρικά μας δάση.

Μητέρα Γη, πως θα δεχθείς εμάς που σου περιφρονήσαμε τη χθόνια φροντίδα;

Εις εαυτόν αποσύρονται οι προνοητικοί: αίσθημα και νοημοσύνη δεν δανείζεται αδύναμοι προς αρωγή, την έκβαση αναμένουν.

(Απ΄ την «Ανάρρωση», 1935)



Η άποψή σας

Έχετε διαβάσει αναρτημένο υλικό στην ενότητα ;  
Θέλετε να σχολιάσετε;  
190616162433
Παρακαλώ αντιγράψτε τον κωδικό που βλέπετε αριστερά στο κενό πεδίο
Το όνομα σας *
E-mail *
Τίτλος
Το σχόλιο σας
Παρακαλώ συμπληρώστε τα πεδία με το *

Σχόλια τα οποία είναι υβριστικά, προσβλητικά, περιέχουν δυσφημιστικό υλικό, κλπ. δεν θα αναρτώνται.

       

 
 
 
developed and powered by
think.gr